Image

«Όταν κάνεις παιδιά θα συγχωρέσεις πολλά στους γονείς σου…». Αυτό μου είχε πει η συγχωρεμένη η μάνα μου πάνω σε έναν καυγά (από τους συνηθισμένους μας)…

Περάσανε πολλά πολλά χρόνια από τότε και τα πρώτα δευτερόλεπτα που σε κράτησα στα χέρια μου, η φράση της μάνας μου, ήρθε ως δια μαγείας στο μυαλό μου. Ταξίδευε τότε για το Λονδίνο και όταν τηλεφώνησα στους γονείς μου για να τους ανακοινώσω ότι απέκτησαν εγγονό ή πρώτη μου φράση ήταν: «Μάνα… συγγνώμη!»

Θυμάμαι τις πρώτες μέρες, την απειρία, τις αγωνίες, το φόβο για το άγνωστο…

Θυμάμαι που ερχόμουνα πάνω από το κρεβάτι σου να δω αν αναπνέεις, θυμάμαι πόσες φορές δεν έκανα πέτρα την καρδιά μου για να σε αφήσω να κλαίς επειδή σιγά (αλλά σταθερά) έμπαινες στον μαγικό κόσμο του «αγκαλίστα γκρινιάρη»…

Θυμάμαι που καθόμουνα ώρες και σε παρατηρούσα… Που κοιτάς, τι σε μαγνητίζει, τι σε τσαντίζει και τι σε κάνει χαρούμενο, πότε πεινάς, πότε διψάς, πότε πονάς… Και σιγά σιγά με έκανες να καταλάβω τις ανάγκες σου.

Θυμάμαι τα πρώτα σου βήματα… Άλλες αγωνίες τότε: Μην πέσεις, μη χτυπήσεις, μην πας στις πρίζες, στο φούρνο ή στη βεράντα! Σιγά σιγά όμως με έκανες να καταλαβαίνω τις προθέσεις σου και να αποκωδικοποιώ το παμπόνηρο βλέμμα σου όταν ήσουν έτοιμος να κάνεις την σκανταλιά…

Θυμάμαι τα πρώτα σου «γιατί»… Αυτά τα αμείλικτα (αθώα κατά τα άλλα) ερωτήματα που έπρεπε να απαντήσω: «Γιατί να πάω για ύπνο, γιατί να μη δω αυτή τη σειρά στην τηλεόραση, γιατί χώρισες με τη μαμά, γιατί να μην πάμε να παίξουμε, γιατί να πάω σχολείο, γιατί στην αδελφή μου λες ναι και σε εμένα όχι, γιατί δεν έχουμε λεφτά, γιατί, γιατί, γιατί…»! Με τον καιρό με έκανες τίμιο, με έκανες να σου ζητάω χρόνο για να σου απαντήσω τίμια, με έκανες να προβλέπω και να προλαβαίνω την επόμενη ερώτησή σου…

Θυμάμαι τα πρώτα σου προβλήματα… Αυτά που για τους «μεγάλους» είναι γελοία, για σένα όμως τεράστια. Με έκανες να «πέσω στα γόνατα» για να κατέβω στο ύψος σου… Έτσι με έκανες να καταλάβω ότι όσο μεγάλο ήταν το δικό μου πρόβλημα, άλλο τόσο ήταν και το δικό σου.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που αντί να σε μαλώσω σου είπα: «δε σε σέβομαι» και θυμάμαι πόσο προσπάθησες να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό και πόσο σε πείραξε τότε, αλλά και πόσο προσπάθησες (και τα κατάφερες) να με κάνεις να σε σέβομαι από εκείνα τα μικρά σου χρόνια…

Όσο μεγάλωνες και ψίλωνες τόσο εγώ σηκωνόμουν από τα γόνατα… Όσο μεγάλωνες τόσο σηκωνόμουν, ώσπου ήρθαν οι πρώτες επαναστάσεις. Το πρώτο σκουλαρίκι, η πρώτη κοπάνα, η πρώτη (παράνομη) βόλτα με το μηχανάκι, το πρώτο τσιγάρο, η πρώτη «παραβίαση» ωραρίου.

Και πάντα η φράση που μου είχε πει η μάνα μου ερχόταν και ξαναρχόταν…

Και όσο μεγάλωνες με έκανες να σου αφήνω «χώρο». Άλλωστε είχες μεγαλώσει αρκετά για να στεκόμαστε όρθιοι πια και οι δύο και να κοιταζόμαστε στα μάτια…

Και μεγάλωνες και μελάνωνες και μεγάλωνες… Άλλες αγωνίες: Παρέες, κορίτσια, πειρασμοί, σπουδές, καριέρα. Είχες καταφέρει όμως όλα αυτά τα χρόνια να με πείσεις ότι ξέρεις και τι κάνεις και πως θα το πετύχεις. Με έκανες να αγαπήσω τους φίλους σου και τις φίλες σου και να τους νιώθω όλους σαν παιδιά μου. Με έκανες να σέβομαι τις επιλογές σου και να τις στηρίζω όσο λάθος και να ήταν. Με έκανες να σου λέω τα παράπονά μου, όσο άδικα και αν ήταν. Με έκανες να έχω την άνεση να τσακώνομαι μαζί σου και μετά να πίνουμε μπύρες αφού μου είχες στρίψει ένα τσιγάρο…

Έγινες άντρας πια…

Και με έκανες να σε θαυμάζω και να είμαι περήφανος για σένα. Με μία μικρή διαφορά:  Δεν είμαι περήφανος γιατί σε μεγάλωσα σωστά… Είμαι περήφανος γιατί εσύ με μεγάλωσες σωστά!

Χρόνια πολλά γιέ μου…

Advertisements