Αθήνα… Ότι και να κάνεις ασκεί μία γοητεία! Προσπάθησαν να την καταστρέψουν, κάποιοι το κατάφεραν, κάποιοι όχι. Και εκεί που ξεπροβάλει ένα άθλιο κτίριο με δεκάδες κλιματιστικές μονάδες και κεραίες τηλεόρασης, δίπλα του στέκεται περήφανα ένα αρχοντικό με μαντεμένια κάγκελα και μαρμάρινο γείσο που ψιθυρίζει –δεν είχε κανένα λόγο να φωνάξει- την αρχοντιά του και την ιστορία του…

Οι Κυριακές ήταν κάτι ιδιαίτερο για μένα! Πρωί πρωί, μία φωτογραφική μηχανή, λίγα ψιλά στην τσέπη και η εκδρομή ξεκινούσε από το Μοναστηράκι, συνεχιζόταν στην Πλάκα ανηφόριζε τα Αναφιώτικα και κατέληγε από την Διονυσίου Αρεοπαγίτου (τότε δεν ήταν ακόμα πεζόδρομος) εκεί στο «Σχολαρχείο» για κρασάκια και μεζέδες…

Και μετά η επιστροφή, αργά αλλά χαρούμενα από την Καπνικαρέα και την Ερμού (τότε ούτε η Ερμού ήταν ακόμα πεζόδρομος) μέχρι την Πλ. Συντάγματος.

Εκατοντάδες φωτογραφίες, μουσικές, γλώσσες πολλές και παζάρια με πλανόδιους που πουλούσαν ότι τους περίσσευε ή ότι είχαν κλέψει τις προηγούμενες ημέρες…

Αλλά ποιος νοιαζόταν; Με ήλιο ή συννεφιά, κρύο ή ζέστη, οι «επιχειρηματίες» του δρόμου ήταν εκεί -και εμείς επίσης- ερωτευμένοι με αυτήν την πόλη που τη μισούμε για να τη λατρέψουμε την επόμενη ακριβώς στιγμή. «Μια βόλτα στην Πλάκα». Αυτή η φράση σημάδεψε τη ζωή μας και για μένα η τελευταία φορά που βρέθηκα στην Πλάκα ήταν κάπου εκεί, τον Οκτώβριο του ’96.

Τα χρόνια πέρασαν, οι Κυριακάτικες βόλτες αραίωσαν… Δουλειά, ρουτίνα, εξοχικό, παιδιά αλλά και κούραση έκαναν τις βόλτες αυτές απλό «στόχο» για την επόμενη Κυριακή…

«Την επόμενη Κυριακή, πρωί πρωί θα πάω στο κέντρο…»! Και ο «στόχος» αυτός ανανεωνόταν με μαθηματική ακρίβεια κάθε Κυριακή βράδυ ή κάποιες Τετάρτες που πήζαμε στη δουλειά και στη ρουτίνα και νοσταλγούσαμε αυτόν τον «ερωτικό» περίπατο, έτσι χωρίς λόγο…

Τα χρόνια περνούσαν και κάπου εκεί στα μέσα Δεκεμβρίου του 2008 (για τις ανάγκες της εφημερίδας) κατέβηκα στο Κέντρο… Ήταν λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Πορείες, διαδηλώσεις, συμπλοκές, δακρυγόνα και χημικά.

Και η Αθήνα; Κρανίου τόπος… Εκεί που έκανα τις Κυριακάτικες -τόσο αγαπημένες- βόλτες, αυτά τα ίδια γνώριμα μέρη «κρανίου τόπος»!

Σοκ! Προσπάθησα να σηκώσω τη μηχανή για να τραβήξω κάποιες φωτογραφίες και στα πρώτα καρέ κατάλαβα ότι δεν μπορούσα. Έκαιγαν τα μάτια μου από τα δακρυγόνα… Δεν ήταν όμως αυτό. Δεν ήταν η πρώτη φορά! Ήταν οι μνήμες που έκαψαν τα μάτια μου…

Ήταν οι μνήμες από τα νέα παιδιά  που έκαναν τη βόλτα τους αγκαλιά, ήταν οι μνήμες από οικογένειες με τα παιδιά τους να κρατάνε περήφανα μπαλόνια γεμάτα ήλιον, ήταν οι μνήμες από τους πλανόδιους «επιχειρηματίες», ήταν οι μνήμες από τα αρχοντικά κτίρια δίπλα στα άθλια τσιμεντένια κουτιά, (κληρονομιά από την «ανάπτυξη» της χούντας και τα δάνεια του Μπαλόπουλου)

Γύρισα σπίτι μου και προσπάθησα να γράψω το κομμάτι μου… Έπρεπε να γράψω για μία «δολοφονία» (κυριολεκτικά και μεταφορικά)! Έπρεπε να περιγράψω το «θύμα», όσο πιο ψύχραιμα και ψυχρά γινόταν…

Μα πώς είναι δυνατόν να κάνεις κάτι τέτοιο όταν το «θύμα» είναι τα νεανικά σου ανέμελα χρόνια, είναι για χρόνια ο «στόχος» σου, είναι το χαμόγελό σου και οι εικόνες που περιγράφεις με τους κολλητούς σου. Άλλωστε ζωή δεν είναι τα χρόνια που θα ζήσουμε, αλλά οι στιγμές που θα θυμόμαστε… Και για μένα πολλές στιγμές ήταν η Αθήνα της Κυριακής που θυμόμουνα…

Ζω πια αρκετά μακριά από την Αθήνα, πάνω στη θάλασσα… Όποτε άκουγα τη λέξη Αθήνα το μυαλό μου αυτόματα αμυνόταν: Κίνηση, φασαρία, εγκληματικότητα, κλειστά μαγαζιά, κρίση, Δεκέμβριος 2008…

Άμυνα ήταν, τίποτα παραπάνω. Ήταν η τιμωρία μου, που γύρισα την πλάτη σε εκείνα τα Κυριακάτικα πρωινά.

Ο καιρός περνούσε και ένα πρωί καθάριζα τη φωτογραφική μου μηχανή… Δεν είχε πια φιλμ, έγινε ψηφιακή. Το «κλικ» όμως είναι το ίδιο… Ξερός ήχος, γρήγορος, τόσο όσο να ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρά σου. Τόσο όσο να αποτυπώσεις, ένα άθλιο γκρίζο κτίριο, μία αντανάκλαση του ήλιου σε μία εκκλησία, πλανόδιους επιχειρηματίες ή και ένα αρχοντικό που στέκεται αγέρωχο με τα μαντεμένια μπαλκόνια σε πείσμα των καιρών και των ανθρώπων, στο κέντρο της Αθήνας…

Και σαν κάτι μαγικό ο «στόχος» ήταν πάλι εκεί… «Την άλλη Κυριακή θα πάω βόλτα στην Αθήνα για φωτογραφίες και “Σχολαρχείο” για κρασάκι»…

Μόνο που αυτή τη φορά τίμησα το στόχο μου! 

Τα βήματά μου, εκείνη την Κυριακή το πρωί, με πήγαν στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου… Τι κι’ αν έμενε εκεί ο Τσοχατζόπουλος… Ποιος νοιάζεται!  Πεζοδρόμος πια, πιο όμορφη από ποτέ με πιάτο την Ακρόπολη και ένα μουσείο που πρέπει να μας κάνει –τουλάχιστον- περήφανους…

Η διαδρομή ίδια, αλλά τόσο διαφορετική… οι εικόνες ίδιες, αλλά τόσο διαφορετικές… Θα μπορούσα να γράψω χιλιάδες λέξεις για αυτό που είδα, που έμαθα, που ένοιωσα… Όμως ο φακός μάλλον τα λέει πολύ καλύτερα!  

Η χαρά γνώριμη και οι τύψεις πρωτόγνωρη… Ναι πρωτόγνωρη! Γιατί 30 χρόνια μετά πρέπει να έρθεις αντιμέτωπος με την ντροπή σου… Γύρισα την πλάτη στην Αθήνα και ντρέπομαι για αυτό…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Advertisements