27

Θυμάμαι…

Ιερό το Σαββατιάτικο μεσημέρι… Θυμάμαι εκείνα τα μεσημέρια του Σαββάτου που μπορούσαμε όλοι μαζί να κάτσουμε γύρω από ένα τραπέζι. Γιατί όλη την εβδομάδα, ο πατέρας στη δουλειά (κάποιες φορές και η μητέρα), ο μεγάλος στο σχολείο, η μικρή στον παιδικό σταθμό!

Ναι, σχολείο και παιδικός σταθμός… τι ωραίες οι αναμνήσεις από τα μαθητικά μας χρόνια!

Θυμάμαι και εκείνες τις Κυριακές… Η μαμά δεν μαγείρευε, ήταν το «ρεπό» της! Έτσι η ταβέρνα ή, η εκδρομή είχε την τιμητική της. Όλοι μαζί πάλι. Τι κι’ αν ήμασταν πολλοί; Οι γονείς, τα παιδιά, η γιαγιά, ο παππούς, ε… όλο και κάποιος φίλος των παιδιών ερχόταν παρέα! Και ο πατέρας-πατριάρχης όπου πηγαίναμε, άφηνε μεγάλα φιλοδωρήματα… Τόση ήταν η χαρά του!

Και μετά ο μπαμπάς μας άφηνε να βάζουμε το χέρι στην τσέπη του να πάρουμε κανένα τάλιρο για παγωτό ή τσίχλες με χαρτάκια! Ναι, τότε δεν «συναντούσαμε» στην τσέπη πλαστικές κάρτες… Μόνο λεφτά, γιατί τότε, ξοδεύαμε μόνο, όταν και όσα μπορούσαμε!

Θυμάμαι και τη γιαγιά… Κοτσονάτη, πάντα περιποιημένη και γυρίστρω!

Που την έχανες που την έβρισκες, στα μπάνια με τις φίλες της, στο θέατρο με τον παππού και φίλους ή στα εγγόνια! Πάντα με γεμάτα χέρια, πάντα με το 20αρικο (δραχμές τότε) όταν έφευγε από την «καταστρεπτική» επίσκεψη όπως έλεγε η κόρη της: «Βρέ μαμά, τα κακομαθαίνεις τα παιδιά… σου έχω πει μην τους δίνεις λεφτά!» και εκείνη απαντούσε καλοσυνάτα: «τι να την κάνω κόρη μου τη σύνταξη… στον τάφο θα την πάρω;»

Θυμάμαι και εκείνα τα καλοκαίρια… Δύο μήνες στο νησί, σε ξενοδοχείο παρακαλώ! Λυσσούσαμε, μπάνιο, βόλτες, καλοκαιρινό σινεμά, παγωτό, ηλίαση. Τι ωραία που ήταν. Και κάθε Σάββατο ερχόταν ο μπαμπάς. Βλέπετε δούλευε όλη την εβδομάδα, αλλά το Σαββατοκύριακο, ούτε τηλέφωνο, ούτε κομπιούτερ, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα! Μόνο γέλιο, μπάνιο και ξεκούραση!

Θυμάμαι… ναι, θυμάμαι!

Και το σπίτι το πατρικό! Δεν ήταν βίλα με πισίνα ούτε μεζονέτα. Αλλά όπως έλεγε η γιαγιά ήταν το «το δικό μας κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας»! Ήταν η ασφάλειά μας, το βασίλειό μας όλο…

Α! ναι και εκείνο το αυτοκίνητο. Μεγάλο στα μάτια μας, τεράστιο σαν αεροπλάνο. Πόσες εκδρομές δεν κάναμε με εκείνο το αυτοκίνητο… Και που δεν πήγαμε και δεν νοιαζόμασταν ούτε για τη ζέστη (ανοίγαμε τα παράθυρα) ούτε για τη βενζίνη (τζάμπα ήταν και ο πατέρας δούλευε όλη την εβδομάδα για αυτές τις εκδρομές)…

Δεν είχαμε κινητά με GPS και messenger βέβαια, αλλά βλέπαμε απ’ έξω όμορφα μέρη, όμορφες θάλασσες, μαγευτικά τοπία!

Θυμάμαι… ναι, θυμάμαι! Και στεναχωριέμαι και θυμώνω και πικραίνομαι και ντρέπομαι…

Γιατί κάναμε τη δουλειά πολυτέλεια και δημιουργήσαμε στρατιές ανέργων, γιατί στερήσαμε την αξιοπρέπεια από αυτούς που είχαμε μάθει να σεβόμαστε και να τιμάμε: τους ηλικιωμένους συνταξιούχους, γιατί ακόμα και την μόρφωση την κάναμε είδος πολυτελείας, γιατί μετατρέψαμε το «κεραμίδι» σε κατάρα για όποιον το έχει, γιατί κάναμε τις διακοπές, την ηρεμία, την ανεμελιά, άπιαστο όνειρο…

Αλλά πάνω απ’ όλα στεναχωριέμαι, θυμώνω, πικραίνομαι και ντρέπομαι γιατί δεν ψηφίσαμε μνημόνια και παράλογους καταστροφικούς νόμους, αλλά γιατί καταστρέψαμε τις μνήμες μας και την αξιοπρέπεια όλων αυτών που μπορούνε ακόμα να λένε: «θυμάμαι… ναι, θυμάμαι!»

Υ.Γ.
Αφιερωμένο σε όλους αυτούς που δεν έχουν μνήμη, δεν έχουν «προγόνους», δεν έχουν αξιοπρέπεια, δεν ξέρουν τι πάει να πει «σεβασμός», δεν έχουν συναντήσει ανέργους, αλλά βγαίνουν στις εξέδρες και ουρλιάζουν λέγοντας ότι θα ξαναφέρουν το χαμόγελο και την χαμένη αξιοπρέπεια στους Έλληνες!

Advertisements