Butterfly-Cave_23e

-Ξέρεις τι θα ήθελα;
-Τι;
-Να μου συμβεί κάτι ωραίο, απο εκεί που δεν το περιμένω…

Μα πώς θα σου συμβεί κάτι από εκεί που δεν το περιμένεις βλάκα μου; Όταν δεν θες να δεις, δεν θες να ακούσεις και κάνεις αυτά τα δύο –γαμημένα- βήματα πίσω κάθε τόσο;

Ναι, ναι ξέρω… θα μου πεις ότι κάνεις και ένα βήμα μπρος! Ότι και να κάνεις όμως πάντα θα σου περισσεύει «ένα βήμα πίσω»…

Αν ήμουνα φιλόσοφος και ζούσα στο Βυζάντιο θα σου έλεγα κάτι που διάβασα κάποτε και μου άρεσε τόσο πολύ:

«Πως ισορροπείς μέσα σου βρε παιδί μου,
όταν σου ανήκει ο κόσμος όλος;
Τι είσαι τότε;
Μπορεί να είσαι χορτοφάγος
και αυτοκράτορας μαζί;»

Πως λοιπόν να σου συμβεί κάτι ωραίο από κει που δεν το περιμένεις όταν φυλάς τον εαυτό σου με τανκς και νάρκες, άμα φοβάσαι και τη σκιά σου, όταν επειδή δεν ξέρεις αν θες τη χαρά ή τη λύπη, διαλέγεις τη χαρμολύπη;

Παρόλα αυτά δεν είμαι φιλόσοφος, ούτε ζω στο Βυζάντιο και γι’ αυτό το λόγο θα σου πω ένα παραμύθι…

Μια φορά και έναν καιρό (εκείνο τον καιρό που κάθε βράδυ το φεγγάρι ήταν Πανσέληνος) ζούσε μία Ψυχή (τώρα θα μάθεις και τι άλλο είναι οι «Ψυχές»… Είναι αυτές οι πεταλουδίτσες που κάθε καλοκαιρινό βράδυ βλέπουμε να τσουρουφλίζονται πάνω σε ότι φωτεινό βρεθεί στο δρόμο τους, επιθυμώντας να ζήσουν έστω και για μια στιγμή αυτό που λαχταράνε, αν και ξέρουν ότι θα καούν)…

Πέταγε λοιπόν η Ψυχή και γνώριζε. Έβλεπε πολλά και ένιωθε ακόμα περισσότερα… Ονειρευόταν, απογοητευόταν, ερωτευόταν, θυσιαζόταν, έπαιρνε, έδινε και συνέχιζε να πετάει (τότε ακόμα η φύση δεν οδηγούσε κανέναν σε κάτι καταστροφικό… ακόμα και τις Ψυχές)!

Ένα πρωί – πολύ πολύ πρωί, όμως- όπως συχνά έκανε ξεκίνησε την αναζήτησή της, αποφασισμένη όμως να μπει σε εκείνη τη σπηλιά που κανείς άλλος δεν έμπαινε… Δεν υπήρχε κανείς και τίποτα που να απαγόρευε σε κάποιον να μπει σε εκείνη τη σπηλιά αλλά ήταν κάτι σαν ένας παραδοσιακός άγραφος νόμος!

Την ψυχή την «έκαιγε» από καιρό στα άδυτα αυτού του αδικαιολόγητα απομονωμένου χώρου. Ειδικά από την ημέρα που περνούσε –καθόλου τυχαία- απ’ έξω και είδε μία λάμψη, που χάθηκε όμως αμέσως, στο χρώμα της θάλασσας και του χρυσού, όπως ακριβώς γυαλίζει το χρυσό δόντι στο στόμα ενός γέρου μάγου (ναι, ναι εκείνη την εποχή οι γέροι μάγοι είχαν χρυσά δόντια).

Τρόμαξε στην αρχή αλλά αμέσως κατάλαβε (χωρίς πως και γιατί) ότι ο απόμακρος κόσμος της σπηλιάς την καλούσε να τον ψάξει… και όταν ο πρώτος φόβος χάθηκε (αν και η τρομάρα –έστω και μικρούλα- δεν την εγκατέλειψε ποτέ) τη θέση του πήρε η Α-ΚΑ-ΤΑ-ΜΑ-ΧΗ-ΤΗ και παράξενη έλξη!

Έτσι εκείνο το πρωί (που σου έλεγα πιο πάνω) ξυπνώντας από ένα παράξενο -και απαλό σαν χνουδωτή κουβέρτα- όνειρο πήρε τη μεγάλη απόφαση… Μαγεμένη και φοβισμένη, παρασυρμένη από το θάρρος που της είχε δώσει από εκείνη τη λάμψη (στο χρώμα της θάλασσας και του χρυσού) νιώθοντας τα φτερά της να ανοίγουν σχεδόν στο διπλάσιο από αυτό που άνοιγαν μέχρι εκείνη την ημέρα, πέταξε χωρίς καν να το καταλάβει προς το άνοιγμα της σπηλιάς…

Το απρόσιτο όσο και θελκτικό άνοιγμα την καλούσε με έναν τρόπο μυστικό και ακαταλαβίστικο, αλλά συγχρόνως και απόλυτα οικείο και κατανοητό… και έτσι με την καρδιά της να χτυπάει σα δαιμονισμένο ρολόι προχώρησε…

Θ Α Υ Μ Α !!!!!
Μ Α Γ Ε Ι Α !!!!

Πετούσε χαμηλά, ευτυχισμένη και μαγεμένη από τους καινούργιους κόσμους που ανοιγόντουσαν μπροστά της. Γιατί μόλις πέρασε την είσοδο όλα τα συναισθήματά της έγιναν απαλά (σαν να περπατούσαν σε ένα σύννεφο από ροζ μαλλί της γριάς0 και αστραπιαία της λύθηκαν όλες οι απορίες που την τυραννούσαν σχετικά με το τι φρικτό έκρυβε αυτή η σπηλιά… Χιλιάδες καινούργια «διάφορα» εμφανιζόντουσαν από παντού και ο φόβος που ένιωθε πρίν μπει στη σπηλιά ήταν κάτι τόσο μακρινό όσο και η κορφή του μοναδικού βουνού που είχε δει στη ζωή της!

Και πετούσε χαμηλά και γούρλωνε τα μάτια της στο κάθε καινούργιο που έβλεπε και κάκιωνε με τον εαυτό της που της είχε στερήσει όλη αυτή την μαγική περιπέτεια για κάποιους ανόητους φόβους!

Και πετούσε χαμηλά και γούρλωνε τα μάτια της και κάθε τόσο το τοπίο άλλαζε και μύριζε και άκουγε και γευόταν πράγματα που ούτε φανταζόταν ποτέ!

Και όση ώρα ήταν στη σπηλιά τόσο περισσότερα υπέροχα συναισθήματα γεννιόντουσαν στην Ψυχή. Μια ατελείωτη γαλήνη, μια τρυφερότητα μια αρμονία, λες και όλο το σύμπαν ήταν συγχρονισμένο σε μία και μοναδική απίθανη στιγμή… Οι κεραίες της τεντωμένες (που έλεγες ότι θα σπάσουν) έπαιρναν μηνύματα πρωτόγνωρα, τόσο πολλά που δυσκολευόταν να επεξεργαστεί… Ήταν όμως τόσο ζωντανά λες και γεννήθηκε με αυτά, λες και κάποιος της φυσούσε στα μούτρα ζωή, δύναμη και γαλήνη…

Η Ψυχή είχε μεθύσει… Δεν ήξερε ούτε η ίδια από τι, απλά είχε μεθύσει! Δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να αφήσει την «αγκαλιά» της σπηλιάς και να βγει έξω. Ήταν όλα τόσο αρμονικά εκεί…

Από τότε έψαχνε απεγνωσμένα ευκαιρία να χαθεί σε αυτόν τον τεράστιο κόλπο. Και κάθε φορά ήθελε να βγει έξω και να φωνάξει, να ουρλιάξει, να το μάθουν όλοι… Όμως όταν έβγαινε από εκεί το ουρλιαχτό και οι λέξεις κολλούσαν στο στόμα της λες και έτρωγε ένα τεράστιο υπέροχο λουκούμι…

Λες και κάποιος της έλεγε: «μη, μην πεις τίποτα…»! Όχι γιατί φοβόταν την τιμωρία (άλλωστε είπαμε… άγραφος νόμος ήταν και τίποτα παραπάνω), αλλά κανείς τους δεν είχε την απλότητα να καταλάβει αυτό που η Ψυχή ζούσε όλο και πιο συχνά… Και κάποιοι θα έπαιρναν τα λόγια της και θα τα μετέφραζαν ανάλογα με το μίζερο μυαλό τους… Και κάποιοι άλλοι αυτό το απλό και μαγικό θα το έκαναν άσχημο, ή απλά, πεζό…

Δεν θα μπορούσε να αντέξει κάτι τέτοιο… Και έτσι το αποφάσισε: Δεν θα άφηνε κάποιους να σμπαραλιάσουν κάτι υπέροχο! Ποιος θα καταλάβαινε άλλωστε!

Έτσι συνέχισε να πετάει στην σπηλιά ευτυχισμένη και ανέμελη μέχρι…

Αυτό το «μέχρι…» δεν είναι το τέλος του παραμυθιού, βλάκα μου! Είναι από εκεί και μετά που ο καθένας πρέπει να επιλέξει ανάλογα με το τι έχει καταλάβει έως εκείνη τη στιγμή…

Η Ψυχή συνέχισε να πετάει μόνη της μέσα στη σπηλιά; Βρήκε μία άλλη Ψυχή και μοιράστηκε μαζί της τον κόσμο της; Τσουρουφλίστηκε ένα καλοκαιρινό βράδυ που πήγε και κόλλησε σε κάτι λαμπερό και καυτερό;

Το βέβαιο είναι ότι η Ψυχή μέχρι το (όποιο) «τέλος» κατάφερε να ζήσει μία ζωή κανονική και «πολύχρωμη» γιατί κάπου ΕΚΑΝΕ να της συμβεί κάτι ωραίο, απο εκεί που δεν το περίμενε, βλάκα μου!

Advertisements